Ποιος είμαι;

Λοιπόόόν, ας τα πάρουμε από την αρχή: γεννήθηκα στη Λάρισα το 1984 σε μια οικογένεια με πολλά παιδιά. Λέω πολλά για να εντυπωσιάσω, καθώς θα μπορούσα πολύ απλά να πω πέντε. Τα τέσσερα από αυτά είναι κορίτσια και το άλλο είναι αγόρι. Εγώ είμαι το αγόρι, καταλάβατε;

Οι γονείς μου πίστευαν ότι το πρώτο τους παιδί θα είναι αγόρι. Έκαναν λάθος. Η λογική σκέψη ήταν ότι το επόμενο θα ήταν αγόρι. Ήταν λανθασμένη. Δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία ότι το τρίτο θα ήταν αγόρι. Δεν ήταν. Μετά έκαναν την υπόθεση ότι ο μηχανισμός που βγάζει τα αγόρια έχει χαλάσει, οπότε θα γεννιούνται μόνο κορίτσια. «Surprise»! Ε, κάπως έτσι τα παράτησαν με τις προβλέψεις, καθώς φάνηκε ότι δεν το έχουν οι άνθρωποι. Υπήρχε, όμως, ένα ακόμη πρόβλημα: 3 κορίτσια και στο τέλος 1 αγόρι δείχνει «κάπως». Φαίνεται λες και πηγαίναν για το αγόρι. Έτσι λοιπόν, για ξεκάρφωμα, έκαναν και ένα πέμπτο παιδί.

Η οικογένειά μου

Τέσσερις αδερφές είναι μπόλικες. Οι εμπειρίες που απέκτησα μαζί τους με βοήθησαν να καταλάβω τις γυναίκες. Άντε καλά, ψέματα, με βοήθησαν να προπονηθώ γερά στη συμβίωση μαζί τους. Αυτό είχε ως συνέπεια να μην δυσκολεύομαι καθόλου στις σχέσεις μου με το άλλο φύλο. Το κακό είναι ότι δεν είχα και σχέσεις. Κάποια στιγμή, όμως, το 2007 απέκτησα μια (την πρώτη και τελευταία) και όλες μου οι εμπειρίες απέδωσαν καρπούς. Win-win.

Τέλος καλό, όλα καλά.

Τέλος καλό, όλα καλά.

Όταν ήμουν 5 χρονών, ο παππούς μου φρόντισε να βρεθεί στο σπίτι μας ένα πιάνο, γιατί «ε, τόσα κορίτσια ζούνε εκεί, ένα δε θα μάθει να παίζει»; Τελικά έμαθε το αγόρι. Τα κορίτσια ασχολήθηκαν με άλλες τέχνες: θέατρο, σκίτσο, χορό και φωτογραφία. Έπιασε ο καθένας από ένα χώρο. Μπαίνουμε, όμως, συχνά ο ένας στα χωράφια του άλλου.

Το πρώτο μου πιάνο ήταν κάπως έτσι

Αργότερα, κάπου στα 10 μου, είδα την ταινία Amadeus και σκέφτηκα «α, ωραίοι τύποι φαίνονται οι συνθέτες». Κατά τα φαινόμενα αυτό ήταν αρκετό για να παρθεί η απόφαση ότι αυτό θα κάνω στη ζωή μου. Δεν έβλεπα καλύτερα καμιά ταινία για αρχιτέκτονες; Μάλλον ήμουν ρομαντικό και ευκολόπιστο παιδί.

Για κάποιο λόγο με συγκινούν οι φανοστάτες.

Για κάποιο λόγο με συγκινούν οι φανοστάτες.

Σπούδαζα στο Δημοτικό Ωδείο Λάρισας και έκανα ότι έβρισκα μπροστά μου: πιάνο, αρμονία, αντίστιξη, βυζαντινή μουσική, τζαζ, μουσική τεχνολογία και πήγαινα και στις χορωδίες. Αργότερα στη Θεσσαλονίκη, συνέχισα στο Ωδείο Τούμπας (Κωνσταντίνου Ματσίγκου) με φούγκα και φαγκότο, γιατί ήταν γραμμένα το ένα κάτω από το άλλο στο χαρτί που μου έδωσαν για την εγγραφή και σκέφτηκα «ναι μωρέ, γιατί όχι»; Το φαγκότο κράτησε 3,5 χρόνια και ήταν μια πολύτιμη εμπειρία. Την προτείνω ιδιαίτερα σε πιανίστες. Αργότερα ήρθε και η σπουδή σύνθεσης (η επίσημη, γιατί κομμάτια έγραφα και στα 15 μου) με το δίπλωμα να έρχεται αρκετά χρόνια αργότερα, όταν ήμουν 29.

Στις σπουδές μου έμαθα να θαυμάζω όλους τους μεγάλους συνθέτες με καμία εξαίρεση, ιδιαίτερα τον Μπαχ και τον Μπετόβεν. Ο τελευταίος με στοιχειώνει, όπως και πολλούς άλλους συνθέτες.Μπαχ Μπετόβεν

Παράλληλα με τις σπουδές, κάπου στα 18-19 μου, άρχισα και τη διδασκαλία. Είχα μεγάλες επιτυχίες στο συγκεκριμένο τομέα και είναι από τα πιο ευχάριστα πράγματα που έχω κάνει. Τότε αποφάσισα ότι δεν με πειράζει καθόλου να καταλήξω δάσκαλος μουσικής. Έφτιαξα και μια ιστοσελίδα για τη θεωρία της μουσικής (δυστυχώς τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές έχει μείνει ανολοκλήρωτη).musictheory logo

Τέλος, κάποια στιγμή απογοητεύτηκα με την κατάσταση στην Ελλάδα (όχι την οικονομική, γενικότερα), έμαθα γερμανικά, έδωσα εισαγωγικές εξετάσεις για το τμήμα Σύνθεσης στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών της Βιέννης, με δέχτηκαν και μετακόμισα εδώ το καλοκαίρι του 2013. Δεν το μετάνιωσα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *